sábado, 21 de mayo de 2011

SUEÑO DE UN MEDIODÍA DE VERANO













En cuanto nos quedamos dormidos
...



En cuanto nos quedamos dormidos, despertó el bosque
encantado del mediodía.
Nuestra sombra extendió su etérea sábana, pero entre las hendeduras
de la sombra el sol hundió sus dorados dedos resplandecientes
por el calor y acarició nuestros pechos y nuestras piernas.
El cristalino rostro del agua rió a lo lejos y roció los adelfos con pequeños diamantes.
Mujeres desnudas deambulaban bajo los árboles, tranquilas y ajenas,
como si hubiesen bebido el agua del silencio.
Tras ellas corrían cervatillos recién nacidos con coronas de
tréboles sobre sus cabezas.
Algunas mujeres llevaban finos cántaros sobre los hombros.
Otras bailaban sirtó bajo los dos grandes álamos.
Sus blancos cuerpos, hechos de agua, luz y aire traslucían las
sombras.
Queríamos despertar pero en nuestro corazón se arrodilló el
verano.
Los cervatillos venían y lamían nuestro cuello y después, con
sus lenguas pequeñitas, dejaban convertido en bucles nuestro
cabello.
Ellas no cantaban.
Bailaban tomadas de la mano como las hermanas mayores del
silencio.
Cuando despertamos, estábamos tristes.
Ellas habían partido tan silenciosas como llegaron.
Entonces cortamos cañas y las tañímos para expresar todo
lo que ellas no expresaron —todo lo que es agua, luz y aire.
Así, tañímos hasta la caída de la noche y nuestra madre,
preocupada, nos esperaba en el umbral de la puerta.
Cuando la noche cerró sus puertas y llenó de sombras el campo,
nuestras cañas se convirtieron en pequeñas fuentes de luz
de las que bebían los hombres y saciaban su sed.
Cuerpos transparentes se adivinaban de nuevo entre las sombras
y veían aquello que siempre está y que, de no haberlo visto nosotros,
no hubiera existido jamás.
Ahora ven con nuestros ojos y sonríen.
Y nosotros tañemos aún, noche y día.



Yannis Ritsos (Grecia, Malvasia, 1909-Atenas, 1990)
(Traducción de Selma Ancira)

ΜΟΛΙΣ κοιμόμαστε, ξυπνούσε το μαγεμένο δάσος του μεσημεριού. Ή σκιά μας έριχνε τ' ανάλαφρο σεντόνι της, μα μέσα από τίς τρύπες της σκιάς έχωνε ό ήλιος τα χρυσά του δάχτυλα πού άχνιζαν άπ' τη ζέστα καί μας χάιδευε τα στήθια καί τα σκέλια. Το γυάλινο πρόσωπο του νεροΰ γελούσε κάπου απόμακρα καί
ράντιζε τίς ροδοδάφνες με μικρά διαμάντια. Γυμνές γυναίκες πέρναγαν κάτου άπ' τα δέντρα, ήρεμες καί
παράξενες σα να 'χαν πιει το αμίλητο νερό. Πίσω τους τρέχανε νιογέννητα έλαφάκια στεφανωμένα με τριφύλλι.
"Αλλες κρατούσανε ψηλά σταμνιά στον ώμο. "Αλλες χορεύανε συρτό χορό κάτου άπ' τίς δυο μεγάλες λεύκες. Τ' άσπρα κορμιά τους φέγγριζαν στους ίσκιους, πλασμένα με
νερό καί φως κι αέρα. Θέλαμε να ξυπνήσουμε, μα πάνου στην καρδιά μας γονάτιζε το
καλοκαίρι.
Τα ελάφια ερχόταν καί μας γλεΐφαν το λαιμό κ' υστέρα ώρα πολλή με τίς μικρές τους γλώσσες μας φτιάχναν μπούκλες τα μαλλιά.
Εκείνες δεν τραγούδαγαν. Χορεύανε πιασμένες άπ' το χέρι σαν τίς μεγάλες αδερφές της
σιωπής.
Όταν ξυπνούσαμε είμαστε θλιμμένοι. Εκείνες είχαν φύγει αμίλητες έτσι όπως ήρθαν. Κόβαμε τότε καλάμια καί σφυρίζαμε να πούμε δσα εκείνες δεν είπαν - όσα πλασμένα με νερό καί φως κι αέρα.
Έτσι σφυρίζαμε ως το βράδυ, κ' ή μάνα μας περίμενε μπροστά
στην πόρτα φοβισμένη. Κι όταν ή νύχτα κλείδωνε τίς πόρτες, καί γέμιζε τον κάμπο με
ίσκιους, τότε γίνονταν τα καλάμια μας βρυσούλες από φως
όπου έπιναν οί άνθρωποι καί ξεδίψαγαν. "Ασπρα κορμιά φεγγρίζαν πάλι μες στους ίσκιους, κ' έβλεπαν
δλοι κείνα πού είναι πάντα, καί πού αν εμείς δεν τα 'χαμε
ιδωμένα δε θα ήτανε ποτές. Τώρα με τα δικά μας μάτια βλέπουν καί γελάνε. Κ' εμείς σφυράμε ακόμη νύχτα μέρα.

No hay comentarios: