martes, 22 de diciembre de 2009

BREVES EJERCICIOS DE OLVIDO


















ΜΙΚΡΑ ΓYΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ
Breve tratado

Alguna vez quisiera hablar de esta sombra que nos sigue en la niebla –pero me está prohibido contar el final de una historia
que nunca comenzó.

Μικρή πραγματεία

Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι' αύτη τη σκιά πού μας ακολουθεί μες στην ομίχλη — αλλά μου είναι απαγορευμένο να πω το τέλος μιας ιστορίας
πού δεν άρχισε ποτέ.


Marxismo aplicado

Y a veces cuando estoy solo en la habitación oculto mi escaso dinero, para que entre por la ventana menos temerosa
la luz de la luna.

Εφαρμοσμένος μαρξισμός

Καί καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα κρύβω τα λίγα χρήματα μου, για να μπαίνει πιο άφοβα άπ' το παράθυρο το φως του φεγγαριού.


Cosecha

Y cuando se me acercaron con armas amenazantes, yo sonreí
con desprecio y levantando mis manos en alto comencé a recoger las manzanas del año.

Συγχομιδή

Κι όταν με πλησίασαν με προτεταμένα όπλα, εγώ χαμογέλασα με περιφρόνηση καί σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά άρχισα να μαζεύω τα μήλα της χρονιάς.


Verano

“No me dejaron dormir de nuevo”, decía todas las mañanas la vieja que
dormía en el jardín. Desde luego, se refería a las estrellas
o a los niños que habían muerto en la guerra.

Καλοkαίρι

«Δε μ' άφησαν πάλι να κοιμηθώ» έλεγε κάθε πρωί ή γριά που κοιμόταν στον κήπο. Καί βέβαια θα εννοούσε τ' άστρα ή τα παιδιά πού είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο.


Recompensa

“El niño duerme”. Todo el día lloró. Pero ahora sonríe
mientras la Osa Mayor le lame con su lengua de oro el pie descubierto.

Ανταμοιβή

Ένα παιδί κοιμάται. "Ολη τη μέρα έκλαψε. Άλλα τώρα χαμογελάει
καθώς ή Μεγάλη "Αρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα το ξεσκέπαστο πόδι του.


Tardes raras

Una mujer se sentaba en un banco en el parque, sola,
llevaba un paraguas, no tenía adónde ir,
hasta que se levantó y con pasos lentos, inseguros,
ascendió a los cielos.

Παράδοξα απογεύματα

Μιά γυναίκα καθόταν σ΄ένα παγκάκι στό πάρκο, ολομόναχη,
κρατούσε μιάν ομπρέλα, δεν είχε πού να πάει,
ώσπου σηκώθηκε καί μέ αργά, αβέβαια βήματα
ανέβηκε στόν ουρανό.


Crímenes desconocidos

A menudo, cuando era niño, los mayores conversaban en voz baja,
solo para que yo escuchara a escondidas.
“Así me privaron del final para siempre”.

Άγνωστα εγκλήματα

Συχνά, όταν ήμουν παιδί, οί μεγάλοι κουβέντιαζαν χαμηλόγωνα,
μόνο και μόνο γιά να κρυφακούσω.
Ετσι μού σκότωσαν γιά πάντα τον επίλογο.


Estética

En cuanto a aquella historia hay muchas versiones.
La mejor, sin embargo, es aquella que lloras.

Αισθητική

Όσο για κείνη την Ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Ή καλύτερη όμως είναι πάντα αύτη πού κλαις.


Testamento

Quizás lo haya encontrado. Pero no se los diré. Porque entonces ustedes, ¿qué buscarán?

Διαθήκη

Ισως να το 'βρα. Άλλα δε θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τί θα
ψάχνετε;


Respuesta

“¿Pero cómo caminas sobre las aguas?”, pregunté.
“Perdí el rumbo”, me respondió.

Απάντηση

«Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μου λέει.


El poeta I

Intenta parecer sereno. Asemejarse a los otros. Y hay momentos en que lo logra.
Sin embargo, por las noches no puede dormir. Sus grandes alas no caben en el sueño.

Ό ποιητής Ι

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι είναι στιγμές πού το κατορθώνει.
"Ομως τίς νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οί μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.


El poeta II

Dicen, pues, que cuando murió, siguieron el cortejo fúnebre las antorchas de los suburbios tristes, a medio encender, desde luego, por la ocasión.
Y así se explicaron muchas de sus viejas exageraciones.

Ό ποιητής II

Λένε μάλιστα πώς όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική
πομπή όλες οί λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές άπ' τίς παλιές υπερβολές του.


Vida cotidiana


Los hombres corren: preocupaciones, condiciones de vida, sueños, conformismos –
Es hora de que conozcan sus vidas.

Καθ' ήμέραν βίος

Οί άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
συμβιβασμοί —
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.


Predicciones maternales

Y mi madre usaba siempre vestidos amplios, para cubrir
quizás también a aquel
que no fuimos.

Μητρικές προβλέψεις

Κι ή μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει
ίσως κι εκείνον
πού δε γίναμε.


Autorretrato


Tan temeroso que cuando me sacaban algo les agradecía
porque me dejaban por lo menos su recuerdo.

Αύτοπροσωπογραφία

Τόσο φοβισμένος, πού όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
πού μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνηση του.


Noche

Y de pronto descubres en una estatua todo el olvido
o en una palabra impensada el testimonio más verdadero.

Νύχτα

Κι άξαφνα ανακαλύπτεις σ' ένα άγαλμα δλη τη λησμονιά ή σ' ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.


Puntos oscuros

Todos regresaron. Solo los poetas permanecieron para siempre allí.

Αδιευκρίνιστα σημεία

Ολοι γύρισαν. Μόνον οι ποιητές έμειναν για πάντα εκεί.


Poetas

Prestidigitadores sospechosos que disparan las palabras –
y se convierten en pájaros.

Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί πού πυροβολούν τις λέξεις -
καί γίνονται πουλιά.


Experiencia de siglos


Por eso, te digo, no duermas: es peligroso. No despiertes: te arrepentirás.

Πείρα αιώνων

Γι΄αυτό σου λέω, μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς:
θα μετανιώσεις.


El pecador

De día andaba en pequeños sucesos.
Pero cuando de noche se entregaba al pecado
sus alas se estremecían en el suelo.

Ο αμαρτωλός

Την ημέρα κατρακυλούσε σε μικρά συμβάντα.
Μα όταν τις νύχτες δινότανε στήν αμαρτία
η φτερούγα του ανατρίαζε κάτω στό πάτωμα.


Luna llena

“Madre, le digo, no me prepares más la leche –¿no puedes entender que estás muerta?” Esperaba ver qué diría. Era junio, de noche, con una fantástica luna llena en el cielo.
Y no me digan que eso no era una respuesta.

Πανσέληνος

«Μητέρα, της λέω, μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα — δεν μπορείς να καταλάβεις δτι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τί θα πει. Ήταν Ιούνιος, βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό.
Καί μη μου πείτε πώς αυτό δεν ήταν μια απάντηση.


Los poetas regresan entre nosotros

Pobres que pasan por la calle, ocultando en sus anchos y desgastados sobretodos a algún poeta, a quien se le negó la suerte o lo engañaron las circunstancias,
sin embargo les regala algunas veces sus más hermosas lágrimas.

0ι ποιητές γυρίζουν ανάμεσα μας

Φτωχοί πού περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξεχειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή, πού τον αρνήθηκε ή τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
αλλά πού τους χαρίζει καμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα.

Pasado

Escribamos, entonces, una carta con destinatario inexistente, y mientras caminamos, dejémosla caer en la calle, quizás, al azar. Mañana la encontrarán estropeada por la lluvia y entonces habrá alcanzado todo su sentido.

Παρελθόν

"Ας γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο, χ όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο θα το βρουν ξεθωριασμένο άπ' τη βροχή
καί τότε θα 'χει πάρει δλο το νόημα του.


Anhelo

La mujer se sentaba en el jardín, y a su alrededor, como un resplandor, brillaba su eterno anhelo –esperaba, dice, algo que escuchó que le habían susurrado alguna vez en sus sueños. “¿Qué?”, le preguntaba, casi atemorizado por tanta inmensidad.

Προσμονή

Ή γυναίκα καθόταν στον κήπο καί γύρω της, σαν ανταύγεια, έφεγγε ή αιώνια προσμονή της — περίμενε, λέει, κάτι πού άκουσε να της ψιθυρίζουν κάποτε μες στον ύπνο της. «Τί;» τη ρωτούσα,
σχεδόν φοβισμένος άπ' την τόση απεραντοσύνη.


Amor

Y cuando nos muramos que nos entierren muy cerca
para no correr en las noches a encontrarnos.

Έρωτας

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.


Bendición

Bienaventurados aquellos que no se conocieron a sí mismos
Valientes aquellos que callaron su inocencia
pero benditos los que lo dieron todo y luego miraron una
estrella
como única recompensa.

Ευλογία

Καλότυχοι εκείνοι πού δε γνώρισαν τον εαυτό τους
ανδρείοι εκείνοι πού αποσιώπησαν την αθωότητα τους
μα ευλογημένοι αυτοί πού τα δώσανε όλα κι υστέρα κοίταξαν έν'
άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.


El crimen perfecto

A veces se junta gente en algún lugar, todos miran hacia el mismo sitio, pero no ven nada.
Porque siempre se comete un crimen allí donde no sucede nada.

Το τέλειο έγκλημα

Καμιά φορά μαζεύεται κόσμος κάπου, όλοι κοιτάζουν στο ίδιο σημείο, αλλά δε βλέπουν τίποτα. Γιατί πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί πού δε συμβαίνει τίποτα.


Fugitivo

Su pantalón lo dejó en los dientes de los perros.
Con su saco cubrió una estatua.

Δραπέτης

Το παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών. Με το σακάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.


Fama post mortem

Cuando morimos todos nuestros sueños regresan y se erigen allí en la sala. Y de pronto todos respetan muerto al impúdico de ayer.

Υστεροφημία

"Οταν πεθάνουμε όλα δσα ονειρευτήκαμε έρχονται καί στέκουν κάπου εκεί στην κάμαρα. Κι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό το χτεσινό «παλιόσκυλο».


Las manos recuerdan

Su mano pálida, cada vez que hacía un movimiento era como si quisiera regresar en el tiempo-
quizás como aquel juego de infancia que alguna vez le habían negado.

Τα χέρια θυμούνται

Το χέρι του ωχρό, κάθε πού έκανε μια κίνηση ήταν σα να 'θελε να διασχίσει προς τα πίσω το χρόνο —
ίσως ως εκείνο το παιδικό παιχνίδι πού του είχαν κάποτε αρνηθεί.

Moraleja

Entonces golpearon a la puerta. Yo, inocente como siempre, fui y abrí. Y así una nueva tristeza entró al mundo.

Επιμύθιο

Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα. Κι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.


(Del libro “Violetas para una estación”, 1985
Βιολέτες γιά μιά ἐποχή)



Tasos Livaditis
Τάσος Λειβαδίτης
(Traducción: Miguel A.Chiovetta)


Tasos Livaditis. Poeta griego (Atenas, 1921-1988). Principal representante de la primera generación de postguerra. Expresa en su poesía todo el horror de la memoria de las víctimas inocentes. Sus inicios están relacionados con una posición de denuncia social. Luego, se ocupará de temas más personales. Periodista, graduado en leyes, es exiliado por sus ideas políticas de 1947 a 1951. Su primera obra poética apareció en 1951, incluía dos poemas que lo hicieron conocido de inmediato: «Μάχη στην άκρη της νύχτας» , (Combate al borde de la noche), y «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας», (Esta estrella es para todos nosotros). Luego, se publicaron las antologías: El hombre con el tambor (1956), Los últimos (1966), Visitante nocturno (1972). Le fue otorgando el premio nacional de poesía por sus libros “Violín para una sola mano” (1976) y “Tratado de eutanasia” (1979).

No hay comentarios: